17.9.17

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν πρέπει να γίνει Πρωθυπουργός.

Είμαι πηγμένος τις τελευταίες ημέρες και το γεγονός ότι κάθομαι να γράψω στο blog έστω και αυτά τα λίγα είναι υπέρβαση. Δεν άντεχα όμως να μείνω στα απλά σχόλια στο twitter. Παρά το γεγονός ότι είχα πάντα σαφή πολιτική θέση και γνώμη, ποτέ δεν έκανα σχόλια σαν αυτό του σημερινού τίτλου. Δεν είναι του χαρακτήρα μου. Μετά όμως τη χθεσινή παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ, επιτρέψτε μου αυτό το ξέσπασμα.

Ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, αφού τις προηγούμενες ημέρες συναντήθηκε στη Θεσσαλονίκη με νέους για να τους υποσχεθεί ότι θα καταργήσει την απλή αναλογική, αφού ευχήθηκε στον ΠΑΟΚ καλή ευρωπαϊκή πορεία, αφού χαιρέτησε στα μαγαζιά κούκλες βιτρίνας, ανέβηκε επιτέλους στο βήμα της ΔΕΘ για να παρουσιάσει το σχέδιό του για την δική του Ελλάδα, με σύνθημα «Οι Έλληνες αξίζουμε καλύτερα».

Και ενώ ξεκίνησε την ομιλία εξαιρετικά, πραγματικά εντυπωσιάστηκα, σε μία όμορφα φωτισμένη αίθουσα, με διορθωμένο τόνο και άρθρωση, με μία ωραία έκθεση ιδεών για να διαβάσει, αποφάσισε κάπου στη μέση της ομιλίας του να μας αναπτύξει το κοινωνικό του πρόγραμμα. Και εκεί έγινε η ζημιά.

Τα σημεία που κρατάω έντονα στο μυαλό μου είναι το πάθος του κατά των συλλογικών συμβάσεων, η αποφασιστικότητά του όταν μιλούσε για την απαγόρευση του δικαιώματος στην απεργία, ο στόμφος του όταν υποσχέθηκε να σεβαστεί την παραγραφή φορολογικών εγκλημάτων. Κοινώς, ο Κυριάκος βάφτισε το κρέας ψάρι, βάφτισε το θατσερισμό μοντέρνο πολιτικό όραμα.

Δεν είναι όμως όλα αυτά τα ωραία που με κάνουν να είμαι εξοργισμένος. Είναι ότι ο μεγάλος φιλελεύθερος Κυριάκος Μητσοτάκης αποφάσισε, σε συνδυασμό με τα παραπάνω, να προχωρήσει και σε μία βαρυσήμαντη ιδεολογική τοποθέτηση:

«Δεν τρέφω αυταπάτες για μία κοινωνία χωρίς ανισότητες, κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση. Όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη Δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα».


Δεν ξέρω πότε και γιατί στη Νέα Δημοκρατία αποφάσισαν να το ρίξουν στο Νεοσυντηρητισμό και ούτε με ενδιαφέρει. Αυτό που ξέρω είναι πως ως Έλληνες «που αξίζουμε περισσότερα» δεν αξίζουμε έναν Πρωθυπουργό που θα πιστεύει ότι δεν είμαστε όλοι οι άνθρωποι ίσοι και θα υπεραμύνεται τις ανισότητες. Έναν Πρωθυπουργό που όραμά του είναι να μας επιστρέψει πιο πίσω και από την δεκαετία του 1960.

Οι Έλληνες αξίζουμε καλύτερα και για αυτό δεν πρέπει να επιτρέψουμε στον Κυριάκο Μητσοτάκη να γίνει Πρωθυπουργός της χώρας. 

13.8.17

Μία συνηθισμένη δήλωση από τα χείλη του Τράμπ.

Τα γεγονότα από το Σάρλοτσβιλ της Βιρτζίνια είναι πλέον λίγο-πολύ γνωστά σε όλους. Μέλη της αμερικανικής ακροδεξιάς, μεταξύ αυτών της Κου Κλουξ Κλαν και ομάδων νεοναζιστών, συγκεντρώθηκαν ενάντια στα σχέδια της δημοτικής αρχής να ξηλώσει από δημοτικό κήπο το άγαλμα του στρατηγού Gen Robert E Lee, που υπηρέτησε κατά τη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου υπέρ της δουλείας. Εκεί όμως τους περίμενε μία αντιδιαδήλωση αντι-φασιστών. Η ατμόσφαιρα δυναμιτίστηκε, εξελίχθησαν βίαια επεισόδια και στο μεταξύ ένας μάγκας φασιστάκος πήρε το αυτοκίνητό του και το πέταξε πάνω στους αντιφασίστες.
Απολογισμός: τουλάχιστον τρεις νεκροί και 35 οι τραυματίες.

Το επεισόδιο αμέσως ξεσήκωσε μία θύελλα αντιδράσεων κατά του φασισμού και τον ομάδων της «alt-right», οι οποίες επί Τράμπ έχουν αποθρασυνθεί και επιστρέψει στους δρόμους. Το κερασάκι στην τούρτα όμως ήταν η εξής δήλωση του Προέδρου, σχετικά με το συμβάν:
«Καταδικάζουμε με τους εντονότερους δυνατούς όρους αυτή τη φοβερή επίδειξη μίσους, μισαλλοδοξίας και βίας από πολλές πλευρές, για πολύ καιρό στη χώρα μας».

Αυτή η ίση απόσταση του Τράμπ από φασίστες και δημοκράτες προκάλεσε πραγματική οργή.

Ο Chris Cillizza, editor-at-large στο CNN, έγραψε: «Είναι δύσκολο να φανταστώ μία λιγότερο προεδρική δήλωση από αυτή. (…) Δεν φωνάζουν και οι δύο πλευρές ρατσιστικά και αντισημιτικά συνθήματα σε ανθρώπους με τους οποίους διαφωνούν. Δεν βασίζονται σε μία ιδεολογία υπέρ της υπεροχής μιας φυλής έναντι άλλων. Δεν παίζουν μπουνιές με ανθρώπους που δεν βλέπουν τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Δεν δημιουργούν χάος και αφήνουν τραυματίες πίσω τους. Υποστηρίζοντας ότι "και οι δύο πλευρές κάνουν το ίδιο" παρερμηνεύεις το μίσος και τη μισαλλοδοξία που υπάρχει στον πυρήνα της κίνησης για την "Ενότητα της Δεξιάς". Αυτοί οι άνθρωποι είναι φανατικοί. Είναι γεμάτοι μίσος. Δεν πρόκειται για απλά μία διαμαρτυρία όπου τα πράγματα, δυστυχώς, οδηγήθηκαν σε βίαιες συγκρούσεις. Η βία βρίσκεται στην καρδιά της στρεβλής τους ιδεολογίας»

Το πρόβλημα όμως εδώ είναι βαθύτερο. Τις ίσες αποστάσεις δεν τις εγκαινίασε ο επικίνδυνος Ντόναλντ Τράμπ. Εδώ και χρόνια κάποιοι άλλοι επιχειρούν να συνδέσουν τα αριστερά κινήματα υπέρ της ισότητας και της δημοκρατίας με τους ακροδεξιούς λαϊκιστές και τα τάγματα εφόδου. Οι μετριοπαθείς-φιλελεύθεροι είναι αυτοί που και στην Αμερική και στην Ευρώπη πρώτοι ξεκίνησαν μία κοινή σύγκρουσή με τα ίδια σαθρά επιχειρήματα τόσο για την ακροδεξιά όσο και για την αριστερά. Οι ίδιοι «μετριοπαθείς» εξάλλου πριν από λίγες ημέρες σχεδόν πανηγύριζαν στα social media για τη δύναμη της Αμερικανικής Δημοκρατίας να επιτρέπει σε φασίστες να κατακλύζουν τους δρόμους και να φωνάζουν τα μισαλλόδοξα συνθήματα τους.

Αυτοί που τρόμαξαν και αντέδρασαν περισσότερο χθες με τη συγκεκριμένη δήλωση δεν ήταν οι προοδευτικοί πολίτες αλλά περισσότερο ήταν όλοι αυτοί που πριν από τον πιο αντιδημοφιλή Πρόεδρο στην ιστορία είχαν μεταχειριστεί ακριβώς τις ίδιες λέξεις.

16.6.17

Εκλογές, Δημοσκοπήσεις και Αναλυτές.


Πριν από ένα μήνα οι Βρετανοί έμπαιναν στον δεύτερο μήνα μίας απρόσμενης προεκλογικής περιόδου, την οποία είχε ανοίξει η Πρωθυπουργός Τερέζα Μέι σίγουρη για μία σταθερή πλειοψηφία για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Στις δημοσκοπήσεις οι Συντηρητικοί προηγούνταν των Εργατικών με 20 έως 15 μονάδες διαφορά. Η Τερέζα Μέι εμφανιζόταν ως η καταλληλότερη για Πρωθυπουργός με ποσοστά 58-41%, έναντι του Κόρμπιν που εξασφάλιζε την εμπιστοσύνη μόλις του 24-16% του εκλογικού σώματος. Η εικόνα αυτή των δημοσκοπήσεων οδήγησε τη Μέι σε δηλώσεις όπως «εάν χάσω 6 έδρες τότε θα έχω χάσει τις εκλογές». Τότε σχεδόν όλοι οι δημοσιολογούντες συμφωνούσαν πως η επόμενη ημέρα των εκλογών θα έβρισκε τη Μέι ισχυρότερη και τον Κόρμπιν έκτος Εργατικού Κόμματος.

Ένα μήνα μετά, βρισκόμαστε μία εβδομάδα μετά τις Βρετανικές εκλογές και η Τερέζα Μέι έχει χάσει την πλειοψηφία της στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, χάνοντας 12 έδρες, και ο Κόρμπιν είναι ο Πρόεδρος των εργατικών που κέρδισε τις περισσότερες έδρες για το κόμμα του μετά την εποχή Μπλέρ, ενώ κατέγραψε την μεγαλύτερη εκλογική άνοδο μετά το 1945. Οι Συντηρητικοί αναγκάζονται σε συνεργασία με την Ιρλανδική ακροδεξιά προκειμένου να κρατηθούν στην κυβέρνηση. Σύμφωνα με την YouGov, τη μοναδική εταιρία δημοσκοπήσεων που παραμονές των εκλογών αμφισβήτησε την πλειοψηφία των Συντηρητικών, η «Μέι είναι τώρα όσο αντιδημοφιλής ήταν ο Κόρμπιν πριν τις εκλογές».

Παρά το γεγονός ότι ο Τζέρεμι Κόρμπιν αμφισβητήθηκε εντόνως από όλες τις πλευρές, ήταν εξαρχής φανερό ότι η Τερέζα Μέι αδυνατούσε, ή θεωρούσε περιττό, να παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο κυβερνητικό αφήγημα, σε αντίθεση με τον αντίπαλό της ο οποίος κατάφερε να μετατοπίσει τον προεκλογικό διάλογο στην κατεύθυνση που τον ευνοούσε. Ήταν φανερό ότι επικοινωνιακά ο αριστεριστής αρχηγός των Εργατικών και το φιλολαϊκό του πρόγραμμα είχαν μεγαλύτερη απήχηση από εκείνη της ψυχρής Βρετανίδας Πρωθυπουργού. Παρόλα αυτά, ακόμα και μία μέρα πριν ανοίξουν οι κάλπες, οι περισσότεροι Βρετανοί αναλυτές εμφανίζονταν σίγουροι για την εκλογική ανανέωση της πλειοψηφίας των Tories, βασιζόμενοι στα ποσοστά που τους έδιναν οι δημοσκόποι.

Η εμμονή αυτή με τις δημοσκοπήσεις δεν έπαυσε ούτε όταν οι αναλυτές είδαν την απήχηση που είχαν οι προεκλογικές συγκεντρώσει του Κόρμπιν. Επέμειναν πως η προσέλευση σε συγκεντρώσεις δεν μεταφράζεται απαραιτήτως σε ψήφους, ενώ αντίθετα οι δημοσκοπήσει συνεχίζουν να αποτελούν αλάνθαστο εργαλείο πρόβλεψης. Το ίδιο και όταν είδαν τόσους νέους ψηφοφόρους να συρρέουν για να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους. Έκαναν ότι μπορούσαν προκειμένου να προσαρμόσουν την πραγματικότητα σε αυτό που είχαν στο κεφάλι τους. Τελικώς όμως, σε αντίθεση με ότι οι περισσότεροι έτειναν να πιστέψουν, οι «ειδικοί» και οι δημοσκοπήσεις δεν εξέλεξαν Πρωθυπουργό.

Σύμφωνα με τον Αμερικανό αναλυτή Nate Silver, το αποτέλεσμα των εκλογών δεν ήταν και τόσο απρόσμενο. Οι βρετανοί δημοσκόποι έπεσαν κατά Μ..Ο. περίπου 4 μονάδες έξω, όταν ο Μ.Ο. απόκλισης στη Μεγάλη Βρετανία από το 1945 έως σήμερα είναι στο 3,9%. «Ως εκ τούτου, το πρόβλημα δεν έχει να κάνει τόσο με τις δημοσκοπήσεις. Το πρόβλημα ήταν με το πώς οι άνθρωποι τις ερμηνεύουν […] Έτσι, το αποτέλεσμα έμοιαζε με αυτό των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ το 2016, όταν ο Donald Trump απείχε από τη νίκη όσο ήταν και το «τυπικό σφάλμα των δημοσκοπήσεων», αλλά οι ψηφοφόροι φάνηκε να έχουν πολύ μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από ό,τι θα έπρεπε να έχουν στην Χίλαρι Κλίντον».
Το πρόβλημα που ανέδειξαν οι Βρετανικές εκλογές δεν είναι οι δημοσκοπήσεις όσο ο τρόπος με τον οποίο αυτές εργαλειοποιούνται από τα media και τα κομματικά επιτελεία.
«Το θέμα είναι ότι αρκετοί από αυτούς που κάλυψαν τις εκλογές του Ηνωμένου Βασιλείου (είτε ως δημοσκόποι είτε ως αυθεντίες είτε ώς δημοσιογράφοι) είναι ένοχοι. Είναι αλήθεια ότι οι Συντηρητικοί έχουν κάποια προϊστορία να ξεπερνούν την δημοσκοπική τους επίδοση, όπως το 2015. Ωστόσο, αυτές οι προηγούμενες υποεκτίμησης μπορεί να συμβαίνουν κατά τύχη ή για λόγους ειδικούς, που ισχύουν στις διαφορετικές εκλογικές περιόδους. Πολλοί ήταν τόσο απασχολημένοι με το να μην υποτιμούν τους Συντηρητικούς ώστε να μην δίνουν σημασία στην ενδεχόμενη υποτίμηση των Εργατικών. Έτσι, αγνόησαν σε μεγάλο βαθμό τη πιθανότητα ενός κοινοβουλίου χωρίς πλειοψηφία, παρά του ότι αυτό ήταν ένα εντελώς ρεαλιστικό ενδεχόμενο».

Το πρόβλημα λοιπόν που ανέδειξαν οι Βρετανικές εκλογές δεν είναι οι δημοσκοπήσεις όσο ο τρόπος με τον οποίο αυτές εργαλειοποιούνται από τα media και τα κομματικά επιτελεία. Και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και στον κόσμο, δημοσιογράφοι και πολιτικοί τείνουν να αναθέτουν την εξουσία κάθε εβδομάδα αναλόγως με το ποιος προηγείται στα νούμερα των δημοσκόπων, χωρίς καν να έχουν διαβάσει και αναλύσει σωστά αυτά τα νούμερα. Η στρατηγική αυτή μπορεί βραχυπρόθεσμα να «πουλάει» στον «καταναλωτή», ο οποίος με την σειρά του είναι εθισμένος στην υπεραπλουστευτική ερμηνεία επιστημονικών και μεθοδολογικών εργαλείων, αλλά μακροπρόθεσμα οδηγεί σε περεταίρω μείωση της εμπιστοσύνης του κόσμου προς τους δημοσιογράφους από τη μία και σε συνεχόμενα στρατηγικά πολιτικά λάθη από την άλλη, τα οποία μπορούν να αποβούν μοιραία.

Οι πρόσφατες Βρετανικές εκλογές πρέπει να γίνουν μάθημα. Οι απανταχού πολιτικοί θα πρέπει να πάψουν να σκέφτονται 365 ημέρες τον χρόνο για 4 χρόνια με βάση τις δημοσκοπήσεις και να αντικαθιστούν το αφήγημά τους με το πόσο μπροστά ή πίσω βρίσκονται στις δημοσκοπήσεις. Από την άλλη, τα media θα πρέπει επιτέλους να σταθούν με σοβαρότητα σε ζητήματα πολιτικής και οι δημοσκόποι να πάψουν να επιζητούν καριέρα τηλεοπτικού αστέρα-μέντιουμ, σερβίροντας εν γνώσει τους αμφιλεγόμενα συμπεράσματα.

11.6.17

Reading List: Η νίκη της Μέι και ο θρίαμβος του Κόρμπιν.

Οι εκλογές της Τετάρτης οδήγησαν σε απρόσμενο αποτέλεσμα, το οποίο η πλειοψηφία των Βρετανών δημοσκόπων δεν είχαν καταφέρει να προβλέψουν. Η Πρωθυπουργός Τερέζα Μέι, η οποία κατέφυγε στην κάλπη για να βγει περισσότερο ενισχυμένη, τελικώς έχασε την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Ο Τζέρεμι Κόρμπιν, ο ηγέτης των Εργατικών που συνάντησε απέναντί του το σύνολο του βρετανικού τύπου, κατάφερε να επιβάλει την ριζοσπαστική ατζέντα του στον εκλογικό διάλογο και αύξησε την κοινοβουλευτική δύναμη του κόμματός του όσο κανένας άλλος την τελευταία δεκαετία. Τώρα η Τερέζα Μέι θα πρέπει να στηριχθεί πάνω στους υπερσυντηρητικούς Ιρλανδούς για να κρατήσει τη θέσης της και να αναθεωρήσει τα σχέδιά της για το Brexit, ενώ από την άλλη ο αντίπαλός της θα γίνεται κύριος του κόμματός του.


UK election: The day after 
(Benjamin Lauderdale & Douglas Rivers).
 Ανάλυση των εκλογών από τη YouGov, τη μοναδική εταιρία δημοσκοπήσεων που κατάφερε να προβλέψει την απώλεια της πλειοψηφίας των Συντηρητικών και την άνοδο των Εργατικών.

Despite all the smears and distortions, this was a victory for hope 
(Gary Younge, Τhe Guardian).
Η τεράστια προσέλευση νέων στις κάλπες έσωσε πολλές από τις έδρες βουλευτών που πέρασαν τα τελευταία δύο χρόνια προσπαθώντας να ρίξουν τον Κόρμπιν. Οι Εργατικοί θα πρέπει τώρα να συμβιβαστούν. Όχι επειδή ο Κόρμπιν είναι αλάθητος αλλά επειδή οι ίδιοι αποδείχτηκαν τόσο αντιπαραγωγικοί όσο και θλιβερά αναποτελεσματικοί.

Μετά τις εκλογές στη Βρετανία, η αβεβαιότητα 
(Εϊνταμ Τέιλορ, Washington Post - ΑΠΕ-ΜΠΕ).
Οι εκλογές που προκηρύχθηκαν για να εξασφαλίσουν σταθερότητα στη Βρετανία ενόψει των διαπραγματεύσεων για τοBrexit οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα. Κάποιοι λένε ότι μπορεί να διεξαχθεί τώρα νέο δημοψήφισμα ή και νέες εκλογές, οι τέταρτες σε ισάριθμα χρόνια. Το λιγότερο που μπορεί να κάνει η Βρετανία τώρα είναι να ζητήσει από την ΕΕ να καθυστερήσει η έναρξη των διαπραγματεύσεων για το Brexit.

How will the general election result affect Brexit? 
(Emily Allen, Τlegraph).Η συνεργασία της Μέι με το DUP πηγαίνει πίσω τις διαπραγματεύσεις για το Brexit, την ώρα που ο χρόνος πιέζει, ενώ θα πρέπει να αναζητηθεί μία νέα λύση, διαφορετική από τη γραμμή της «σκληρής αποχώρησης».

Who are the Democratic Unionist Party? (ΒΒC).H επιβίωση της νέας κυβέρνησης της Μέι εξαρτάται από το DUP (Democratic Unionist Party). Πρόκειτε για το υπερσσυντηριτικό ενωτικό κόμμα της Βορείου Ιρλανδίας, το οποίο κατά το παρελθόν είχε σχέσεις με ακροδεξιες τρομοκρατικές ομάδες που δρούσαν στο νησί. Εθνικιστικό και πατριωτικό, έχει ταχθεί υπέρ το Brexit, κατά των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων και κατά των αμβλώσεων.

How Northern Ireland's DUP boosted Brexit (Stephen Bush, New Statesman).
Οι Ιρλανδοί του DUP, στους οποίους θα στηριχθεί η νέα κυβέρνηση της Τερέζα Μέι, δεν αποτελούν νέοι σύμμαχοι. Η Βρετανίδα Πρωθυπουργός είχε εντάξει στην στρατηγική της το ενωτικό κόμμα εδώ και πολύ καιρό, ενώ είναι γνωστές οι σχέσεις στελεχών του με τον Ντέιβιντ Κάμερον. 

Theresa May rejected the Tory detoxification project. That’s what’s behind this mess 
(Kate Maltby, Τhe Guardian).
Οι Συντηρητικοί υπό την ηγεσία της Τερέζα Μέι επέστρεψαν στα χέρια της σκληρής δεξιάς συνιστώσας τους και στις παλιές κακές εποχές, αφήνοντας πίσω το σχέδιο εκσυγχρονισμού τους. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνουν ξανά αρκετά «βαρείς» ακόμα και για τους ψηφοφόρους τους. 

How did Labour do it? 
(Dawn Foster, Disent Magazine).
Μπλερ, Μπράουν και Μίλιμπαντ υπέθεσαν πως η νίκη του 1997 σήμαινε ότι οι Εργατικοί θα μπορούσαν να κερδίσουν μόνο με μια στροφή προς το κέντρο. Αλλά με αυτή την τακτική σταδιακά το Εργατικό Κόμμα άρχισε να χάνει τους ψηφοφόρους του και να οδηγείτε στην ήττα του 2010. Τώρα ο Κόρμπιν κατάφερε να αυξήσει ξανά τη δύναμη του κόμματος και να προσελκύσει μία ολόκληρη γενιά νέων ψηφοφόρων.

Why Corbyn Won 
(Bhaskar Sunkara, Jacobin).
Ο Κορμπίν έσωσε το Εργατικό Κόμμα από την συντηρητική του ολίσθηση, μιλώντας στον κόσμο για αυτά που ήθελε να ακούσει. Για την εθνικοποίηση των βασικών υπηρεσιών κοινής ωφελείας, για την πρόσβαση στην εκπαίδευση, για το δικαίωμα της στέγης και της υγείας, καθώς και για την αναδιανομή του εισοδήματος από τις επιχειρήσεις και τους πλούσιους στους απλούς ανθρώπους.

Reality is Running 
(James Butler, VersoBooks Blog).
Ο Τζέρεμι Κόρμπιν κατάφερε με επιτυχία να επαναφέρει στην πολιτική ατζέντα ζητήματα δημόσιας ιδιοκτησίας και κοινής ωφέλειας, τα οποία ήταν ποινικοποιημένα στο δημόσιο διάλογο. Ανέδειξε ένα νέο πλήθος ψηφοφόρων με όρεξη για σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές, απορρίπτοντας τη μετα-θατσερική σύγκληση. 

28.5.17

«Mellonta Tauta»

Προχθές το βράδυ, προσπαθώντας να βρω κάτι να διαβάσω, έπεσα και πάλι πάνω στον Edgar Allan Poe και στο διήγημα «Mellonta Tauta», το οποίο αγνοούσα – πολύ κακώς.  Πρόκειται για ένα αφήγημα σε μορφή επιστολής, το οποίο δημοσιεύτηκε το 1849 στο περιοδικό «Godey’s Lady Book» και το οποίο θεωρείται πρωτόλειο δείγμα επιστημονικής φαντασίας, παρουσιάζοντας ένα μέλλον διαφορετικό, στο οποίο έχει οδηγήσει η επιστημονική πρόοδος και οι ιστορικές αλλαγές στον τομέα της διανόησης και της κοινωνίας, μέσα σε μία χιλιετία. Περισσότερο όμως μοιάζει με ένα σατιρικό «παιχνίδι» του συγγραφέα, ο οποίος ξεκινώντας από το ζήτημα της ημιμάθειας της εποχής του (και κάθε εποχής), ασκεί έντονη κριτική στα φιλοσοφικά ρεύματα, την επιστήμη και τις κοινωνικές τάσεις των ημερών του. 


Πρωταγωνίστρια και συγγραφέας των επιστολών είναι η Παντίτα, μία γυναικά η οποία κατά τη διάρκεια μία πληκτικής «κρουαζιέρας» με αερόστατο αποφασίζει να γράψει μία επιστολή σε έναν άγνωστο φίλο της και να του «πουλήσει» μία δήθεν επιστημοσύνη, γεμάτη παρανοήσεις, λάθη και ανοησίες. Οι γνώσεις της κυρίως εστιάζουν στους αρχαίους πολιτισμούς των «Jurmains», των «Vrinch», των «Inglitch» και των «Amriccans» (υποθέτουμε των Γερμανών, των Γάλλων, των Άγγλων και των Αμερικανών). Πηγή της γνώσης της κάποιος κύριος Pundit (=δάσκαλος/ειδικός), ο οποίος ειδικεύετε στους αρχαίους πολιτισμούς και όλη τη μέρα προσπαθεί να την πείσει ότι «οι αρχαίοι Amricans αυτοκυβερνούνταν!» […] Ότι συνυπήρχαν στη βάση μίας ομοσπονδίας του τύπου «ο καθένας για τον εαυτό του», όπως ακριβώς τα τσοπανόσκυλα».

Οι γνώσεις της Παντίτα ξεκινούν από απλά πράγματα, όπως η κατασκευή των αρχαίων αερόστατων, το μπαλόνι των οποίων ήταν από μετάξι («ένα ύφασμα με κύριο συστατικό τα σπλάχνα ενός σκώληκα. Το εν λόγω σκουλήκι το τάιζαν με μούρα – ένα είδος φρούτου σαν το καρπούζι – και όταν πάχαινε αρκετά το έλιωναν σε ένα αλεστήριο. Ο πολτός που προέκυπτε ονομαζόταν πάπυρος και έπειτα από μία πολύπλοκη διαδικασία γινόταν το μετάξι»), και φτάνουν ως τη φιλοσοφία και την αστρονομία.

Δεν γράφει μόνο βλακείες όμως η επιστολή αυτή. Είναι ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει συνοπτικά τις θεωρίες του φιλόσοφου και ιδιοκτήτη καταστήματος με γούνες, Charles Fourrier (fur = γούνα), του Ινδουιστή ή Τούρκου Aries Tottle (=Κριός Τριπόδης, εννοώντας τον Αρισ-τοτέλη), του Neuclid (=Ευκλείδης), του Cant και του Hog (=Χοίρος, εννοώντας τον Φράνσις Μπέικον), προχωρώντας στην κριτική του θεωρητικού ρεύματος του Εμπειρισμού και της επαγωγικής συλλογιστικής («αυτοί οι άνθρωποι τυφλώνονταν από τις λεπτομέρειες»). Ή ο τρόπος με τον οποίο διακωμωδεί τα γραπτά του «Μiller ή Μιλλ» (=John Stuart Mill), o οποίος πρόκειται για τον «πιο σώφρων από τους λογικούς φιλοσόφους» των αρχαίων. Μέσα στο πλαίσιο αυτό φαίνεται σαν ο Πόε να προσπαθεί κάτι ουσιαστικό να πει, προτείνοντας ένα νέο θεωρητικό πλαίσιο, αυτό της Φαντασίας. Φυσικά, όλες αυτές οι σκέψεις αναλύονται τόσο απολαυστικά γελοία που σε εξοργίζουν με τον τόπο με τον οποίο δοκιμάζει τους αναγνώστες του.

Η Παντίτα, ως μέλλος μίας εξελιγμένης κοινωνίας του μέλλοντος, απορεί για το γεγονός πως οι αρχαίοι πρόγονοί τις θεωρούσαν τον πόλεμο και τον λοιμό καταστροφές και αναρωτιέται: «Ήταν άραγε τόσο τυφλοί ώστε να μην αντιλαμβάνονται ότι ο αφανισμός μυριάδων ατόμων αποτελεί ιδιαιτέρως θετική εξέλιξη για τη μάζα;». Και όταν βλέπει απ’ το αερόστατό της ένα ναυαγό να θαλασσοπνίγεται, χωρίς τα περαστικά καράβια να επιχειρούν να τον διασώσουν, πανηγυρίζει: «Πανηγυρίζω φίλε μου, επειδή ζούμε σε μία τόσο φωτισμένη εποχή ώστε να αδιαφορεί για την ύπαρξη της οντότητας που ονομάζεται άτομο. Διότι αυτό για το οποίοι ενδιαφέρεται η πραγματική Ανθρωπότης είναι η μάζα».

Πολιτικά, την εποχή κατά την οποία ο κόσμος φορτώνεται σε αερόστατα και κάνει ταξίδια μηνών, η Δημοκρατία έχει καταρρεύσει, ως σύστημα που ευνοούσε την απάτη, και ο κόσμος κυβερνάται από έναν Αυτοκράτορα ο οποίος σκοπεύει να μετατρέψει το Μανχάταν σε ένα κήπο για το παλάτι του. Ελάχιστες πληροφορίες διασώζονται για τους αρχαίους πολιτισμούς της γης αυτής, εκτός του ότι οι κάτοικοι της «είχαν προσβληθεί από μία μονομανία να χτίζουν κάτι κτίρια τα οποία ονομάζονταν εκκλησίες και τα οποία προορίζονταν για τη λατρεία δύο ειδώλων που ονομάζονταν Πλούτος και Μόδα».

Είναι εκπληκτικό το πώς ο Πόε σε βάζει σε σκέψεις ενάμιση αιώνα μετά τη πρώτη δημοσίευση του «Μέλλοντος Ταύτα». Από την μία, ο τρόπος με τον οποίο εντοπίζει και σατιρίζει τα ιδεολογικά και επιστημονικά συστήματα τα οποία καθόρισαν την εξέλιξη του κόσμου έως σήμερα. Συστήματα τα οποία επικράτησαν σε τέτοιο βαθμό τον αιώνα που ακολούθησε, ώστε σήμερα όχι απλά να τα αναγνωρίζουμε αλλά να ζούμε μέσα σε αυτά. Από την άλλη, η ευκολία με την οποία η πρωταγωνίστρια μετατρέπει την ημιμάθεια της σε θεωρία, ακολουθώντας μία αμφιλεγόμενη διάνοια την οποία τυχαία συνάντησε. Η ημιμάθεια δεν τα κατάφερνε ποτέ καλύτερα απ’ ότι στις μέρες μας, όπου γίνεται Φιλοσοφία, Πολιτική, Πρωτοσέλιδα, Μόδα.

Απολαυστικό είναι και το τέλος του διηγήματος, όταν η Παντίτα σταματάει την επιστολή της, καθώς περιμένει το αερόστατό της να πέσει στη θάλασσα λόγω βλάβης. «Μέχρι να ξανασυναντηθούμε, αντίο. Είτε θα λάβεις είτε όχι αυτή την επιστολή μικρή σημασία έχει, καθώς την έγραψα αποκλειστικά για δική μου ευχαρίστηση. Ωστόσο θα σφραγίσω αυτό το χειρόγραφο σε ένα μπουκάλι και θα το πετάξω στη θάλασσα».

Μα φυσικά!

Βρείτε και διαβάστε το «Mellonta Tauta» διαδικτυακά στο πρωτότυπο και μεταφρασμένο στη συλλογή «Edgar Allan Poe, 21 Ιστορίες και το Κοράκι», που κυκλοφόρησαν το 2013 οι εκδόσεις Μεταίχμιο, σε ανθολόγηση, μετάφραση και σχολιασμό της Κατερίνας Σχινά. 

Αντισυνταγματική η Έκθεση, ο αθλητισμός και η δυσλεξία.

Είχα σκοπό σήμερα να δημοσιεύσω ένα ωραίο κειμενάκι που έγραψα με πολύ όρεξη για κάποιο διήγημα που διάβασα πρόσφατα. Και ενώ είχα τόση όρεξη, ξαφνικά διάβασα στο «Έθνος» για το νέο ευτράπελο στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Το Γ’ τμήμα του ΣΤΕ έκανε μία «πιλοτική δίκη», με αυξημένη σύνθεση, σχετικά με την συνταγματικότητα του συστήματος των Πανελλαδικών εξετάσεων. Σε αυτή τη συνεδρίαση η πλειοψηφία των δικαστών έκρινε πως η βαθμολόγηση της Έκθεσης με συντελεστή βαρύτητας κατεύθυνσης είναι αντισυνταγματική. Είναι αντισυνταγματικό δηλαδή οι υποψήφιοι επιστήμονες της χώρας, σε όποιον κλάδο και αν ανήκουν, να ξέρουν τα βασικά για τη σύνταξη ενός κειμένου, τα βασικά από ελληνική γραμματική, τα βασικά από την ελληνική γλώσσα. Καταπληκτικό.

Πέρα από την αντισυνταγματικότητα της Έκθεσης, οι φωτισμένοι δικαστές μας, στων οποίων τα χέρια έχει πολλές φορές βρεθεί η τύχη της χώρας, όπως όταν έκριναν συνταγματικά τα Μνημόνια, αποφάσισαν επίσης με πλειοψηφία ότι θα πρέπει να καταργηθούν οι ειδικές θέσεις εισαγωγής στα Πανεπιστήμια αθλητών/πρωταθλητών. Σου λέει δηλαδή το ΣΤΕ: «θέλεις να είσαι αθλητής; Απαγορεύετε να σπουδάσεις!». Διότι αθλητισμό και πρωταθλητισμό δεν μπορείς φυσικά να κάνεις στα 30 σου, οπότε στην παραγωγική ηλικία ενός αθλητή δικαιούσαι ή να προπονείσαι και να προσπαθείς την καλύτερη επίδοση για εσένα και την χώρα σου ή να διαβάζεις για να δώσεις πανελλαδικές εξετάσεις. Όλα αυτά φυσικά την ώρα που στα ελληνικά Πανεπιστήμια υπάρχουν άπειρα παραδείγματα αριστούχων απόφοιτων οι οποίοι είχαν εισαχθεί ως αθλητές.

Το πιο εξωφρενικό όλων όμως είναι το ότι με μόλις μία ψήφο απορρίφτηκε το να κριθεί αντισυνταγματική και η ειδική μνεία για υποψήφιους με μαθησιακές δυσκολίες και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Ολοταχώς για μεσαίωνα! Σύμφωνα με τους μισούς από τους δικαστές που συμμετείχαν στην επίμαχη δίκη, οι διαγωνιζόμενοι με δυσλεξία θα έπρεπε να μπορούν μεν να δίνουν εξετάσεις προφορικά – να είναι καλά οι άνθρωποι για αυτή τους την παραχώρηση – αλλά θα έπρεπε να διαγωνίζονται για συγκεκριμένες θέσεις στα πανεπιστημιακά ιδρύματα και να μην ανταγωνίζονται ως «αγράμματοι» τους «άριστους». Αυτό φυσικά θα σήμαινε ότι τα άτομα με μαθησιακές δυσκολίες από χρονιά σε χρονιά, είτε θα είχαν στο σύνολό τους καλύτερη επίδοση είτε όχι, θα δικαιούνταν τις ίδιες θέσεις στα ίδια Πανεπιστήμια. Αποκλείουμε δηλαδή την ύπαρξη μεγαλύτερου ποσοστού αριστούχων στους υποψήφιους με δυσλεξία σε σχέση με τους «τυπικούς» υποψηφίους, γιατί όπως και να το κάνουμε αγράμματοι είναι.

Σημαντικό είναι να αναφερθεί πως η δίκη άνοιξε εξαιτίας προσφυγής περσινού εξεταζόμενου, ο οποίος απέτυχε να μπει στην Ιατρική επειδή ενώ αρίστευσε στα μαθήματα κατεύθυνσης έγραψε μόνο 13,6 στην Έκθεση. Και ο μαθητής αυτός ζητάει να ακυρωθεί η εισαγωγή κάποιου άλλου μαθητή ο οποίος αρίστευσε στα μαθήματα κατεύθυνσης αλλά αρίστευσε και στην έκθεση ή να πάρει τη θέση κάποιου αθλητή. Και ορισμένα φωτισμένα μέλη της Δικαστικής Εξουσίας, η οποία επηρεάζει τη ζωή μας το ίδιο με τις υπόλοιπες δύο, του έδωσαν δίκιο.

Φυσικά οι αποφάσεις της συγκεκριμένη δίκης δεν έχουν κάποια ισχύ, ενώ η υπόθεση θα παραπεμφθεί στην ολομέλεια του ΣΤΕ, όπου και ελπίζουμε να διασωθεί η όποια αξιοπρέπεια της ελληνικής δικαιοσύνης.

16.5.17

Η πολιτική των τάσεων και ο φασισμός.

Το ότι στην Ελλάδα υπάρχουν κάποιοι εδώ και χρόνια που εκτρέφουν το φασισμό της Χρυσής Αυγής είναι γνωστό. Το ότι υπάρχουν ορισμένοι με δημόσιο λόγο που προσπαθούν να κανονικοποιήσουν πολιτικά το φασισμό και τον τραμπουκισμό είναι επίσης κατανοητό πλέον από όλους. Οι ίδιοι επιχειρούν συνεχώς και την ταύτιση της Αριστεράς με τον φασισμό, μέσα στο έωλο θεωρητικό πλαίσιο των δύο άκρων. Όλο αυτό το σκηνικό δεν είναι τίποτα άλλο από επιλογή εχθρού. Το σύστημα έχει επιλέξει ποιόν εχθρό θέλει απέναντί του. Γνωρίζει ποια αντίδραση θα του κάνει το λιγότερο κακό, το συμφέρει η μηδαμινή αμφισβήτηση που του προσφέρει η ακροδεξιά. Το σχέδιο βρίσκει πρόσφορο έδαφος μέσα σε μία κοινωνία όπου πλέον πολιτική σημαίνει διαφήμιση, τάσεις, κέρδος.

Χθες το μεσημέρι, μετά τη φασιστική επίθεση Κασιδιάρη κατά του Νίκου Δένδια εντός του Κοινοβουλίου, η Νέα Δημοκρατία έβγαλε την παρακάτω ανακοίνωση:
«Η προκλητική και τραμπούκικη επίθεση Κασιδιάρη στον Κοινοβουλευτικό Εκπρόσωπο της Νέας Δημοκρατίας κ. Νίκο Δένδια δείχνει ότι, για μια ακόμη φορά, η Χρυσή Αυγή διευκολύνει τον ΣΥΡΙΖΑ. 
Αυτήν τη φορά, για να αποπροσανατολίσει την κοινωνία και η Κοινοβουλευτική πλειοψηφία να περάσει το πιο σκληρό και επώδυνο Μνημόνιο».

Για την απαράδεκτη αυτή ανακοίνωση, η οποία στην ουσία παρουσιάζει τον τραμπουκισμό ως μέσο πολιτικής επικοινωνίας, ευθύνεται κυρίως στην θολή πολιτικά στρατηγική των ανθρώπων στων οποίων τα χέρια βρίσκεται η σημερινή διοίκηση του κόμματος. H ανακοίνωση αυτή θα ήταν εντελώς διαφορετική εάν αμέσως μετά την επίθεση δεν είχαν κάποιοι φροντίσει η συγκεκριμένη θέση να καταλάβει τη δημόσια σφαίρα.

Όπως διαφορετικό θα ήταν και το άρθρο του Άρη Δημοκίδη στην προοδευτική Lifo, στο οποίο ο δημοσιογράφος έγραψε:
«Πάρα πολύ βολικά, έκτοτε (από τη στιγμή της επίθεσης) βλέπουμε το έργο "Πώς να τραβήξετε τα βλέμματα απ' το 4ο Μνημόνιο κάνοντας επίθεση σε τυχαίο περαστικό της αντιπολίτευσης". (Όχι πως θα ήταν αποδεκτό να είχε επιτεθεί σε κυβερνητικό βουλευτή, αλλά το ότι επιτέθηκε σε έναν της αντιπολίτευσης που θα καταψηφίσει το μνημόνιο όπως κι ο ίδιος έχει τη σημασία του)».

Η Lifo και η πλειοψηφία των σημερινών media στην Ελλάδα έχουν παρόμοια στρατηγική με τα στελέχη επικοινωνίας της Νέας Δημοκρατίας. Δεν τους ενδιαφέρουν οι ιδέες, δεν τους ενδιαφέρει η πολιτική, δεν τους ενδιαφέρει η κοινωνία, δεν τους ενδιαφέρει εάν συνεχώς δίνουν μεγαλύτερη ορμή στον φασισμό. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι οι πελάτες. Τους ενδιαφέρει να είναι πρόσκαιρα αρεστοί και να επεκτείνουν το κοινό τους. Έμαθαν να κάνουν πολιτική σύμφωνα με τις τάσεις και αν ο Άδωνις μπορεί σήμερα να τους προσφέρει περισσότερους πελάτες τότε δεν έχουν κανένα πρόβλημα να υιοθετήσουν την γραμμή του. Κάποιοι μέσα στα πλαίσια του ενσυνείδητου καιροσκοπισμού τους, άλλοι εξαιτίας του πολιτικού και κοινωνικού αναλφαβητισμού τους.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Χρυσή Αυγή θα συνεχίσει να ενδυναμώνεται, η Ευρώπη θα συνεχίσει να βλέπει την ακροδεξιά να ηγεμονεύει, ο κόσμος θα κυβερνάται από Τράμπ. Και ας ελπίζουμε πως κάποτε η πρόοδος, ο φιλελευθερισμός και η δημοκρατία θα επανέλθουν στη μόδα.

Και για το τέλος αυτό…